Θα πεθάνεις ρε!

  • Ball
  • Ιουνίου 2007
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
         
     123
    45678910
    11121314151617
    18192021222324
    252627282930  

Θα πεθάνεις ρε!

Posted by menios στο Ιουνίου 8, 2007

Feelings

Ο ήλιος έκαιγε διαολεμένα κι είχε μετατρέψει τα σωθικά του σε ξερή άμμο που ψόφαγε να ρουφήξει ακόμα και μισή σταγόνα.
Δεν μπορούσε ν’ ανέβει στο σπίτι, παρότι ήταν δυο βήματα.
Άλλωστε, η μάνα του του το’χε ξεκόψει: να μην την ενοχλήσει καθόλου, γιατί είχε σοβαρή δουλειά, και θα τον φώναζε μόνο όταν την τελείωνε.

«Μην τολμήσεις!» του είπε ορθά κοφτά, όταν του έκλεινε την πόρτα και τον έστελνε για παιχνίδι στην πλατεία.

Προσπάθησε να πηδήξει το συρμάτινο φράχτη της οικοδομής στη γωνιά του δρόμου, για να φτάσει στη βάνα με το νερό, που εκείνη την ώρα ήταν γι’ αυτόν χρυσάφι.
Ανέβηκε με προσοχή τα σκουριασμένα σύρματα, έφτασε ως πάνω, αλλά καθώς έγειρε για να περάσει από μέσα το κορμάκι του, ένα σύρμα που εξείχε τον έγδαρε, προκαλώντας του έντονο πόνο.
Κι ήταν αρκετός για να τον αιφνιδιάσει.

Βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο έδαφος. Ευτυχώς μέσα από το σύρμα, δυστυχώς σκισμένος και ματωμένος.
Ο πιτσιρίκος έβαλε τα κλάματα. Κι όχι τόσο για την πληγή -πάνω στην κοιλιά- όσο για την τρύπα στην μπλούζα.
Μπλούζα και σώμα είχαν πια πάνω τους ένα χαραγμένο σχήμα σαν γάμα, που έκανε μπαμ από μακριά.

«Θα με σκοτώσει η μάνα μου! Τι θα της πω για την καλή μου κόκκινη μπλούζα; Θα με πλακώσει ξανά στα χαστούκια και θα με κλειδώσει μέσα», σκέφτηκε, κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα ν’ αρχίσει να τρέχει στο προσωπάκι του μια βρύση δακρύων.

«Η βρύση!» είπε φωναχτά, και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα της.

Τότε παρατήρησε ότι έλειπε από πάνω ο διακόπτης. Κάποιος τον είχε βγάλει.
Καιγόταν ολόκληρος. Διψούσε κολασμένα. Κι εκεί, μέσα στην οικοδομή, βάλθηκε να ψάχνει για να βρει κάτι. Μια πένσα, μια τανάλια, κάτι για να στρίψει τη βρύση…
Υπήρχαν μόνο τσιμέντα, καδρόνια, πεταμένες πρόκες, στοιβαγμένα φελιζόλ, αλλά πουθενά εργαλεία.
Σήκωσε έναν τσίγκο, μπας και ανακαλύψει από κάτω το θησαυρό που έψαχνε, αλλά μάταια.
Κι όχι μόνο δε βρήκε τίποτα, αλλά αφήνοντας τον τσίγκο, δημιουργήθηκε τέτοιος θόρυβος, που έφερε κοντά του -ευτυχώς έξω από το σύρμα- έναν απρόσκλητο επισκέπτη.
Έναν χοντρό κύριο, καραφλό στην κορυφή του κρανίου του αλλά με πολλά μαλλιά στα πλάγια, που άρχισε να του φωνάζει:

«Τι κάνεις εκεί μέσα, ρε τσόγλανε; Τι στο διάολο ψάχνεις; Μας έχετε ρημάξει!»

Ξέχασε και την πληγή, και τη σκισμένη μπλούζα, και τη δίψα του, και τη μάνα του, και όλα κι ένιωσε ότι κάπως έτσι πρέπει να σπαρταράνε τα ψάρια πάνω στο καλάμι.

«Τι-τι-τίποτα δεν κάνω… Ήρθα μόνο για να πιω νερό… Σας ορκίζομαι, κύριε…» πρόλαβε να πει, κοιτάζοντας τα βρόμικα γόνατά του και τα ξεχαρβαλωμένα παπούτσια του.

Αλλά όταν σήκωσε το κεφάλι, ο χοντρός κύριος δεν ήταν στο σημείο έξω από το συρματόπλεγμα. Κι όταν άρχισε να τον ψάχνει με τα ματάκια του, μια χερούκλα με χρυσή αλυσίδα προσγειώθηκε πάνω στο μουτράκι του, κάνοντάς τον να βλέπει αστράκια.

«Πάρε για να μάθεις, ρε κωλόπαιδο!» ήταν το μόνο που άκουσε. Γιατί μετά βούιζαν τ’ αφτιά του και δεν άκουγε καλά.

Ασυναίσθητα, έφερε το χέρι του στο πρόσωπό του. Είχε ματώσει. Κι αισθανόταν το ζεστό αίμα τόσο στο στόμα του όσο και στα ρουθούνια του.
Έφυγε σφαίρα δίπλα από τον χοντρό κύριο, που είχε μπει από μια σιδερένια πορτούλα στο πλάι της οικοδομής, με ανοιχτό λουκέτο.
Η κερκόπορτα της προδοσίας του έγινε τώρα ο δρόμος της διαφυγής του.
Τρύπωσε στα σκίνα της εκκλησίας, στην άλλη γωνιά της πλατείας.
Ένιωθε σαν ποντικός, και μάλιστα γδαρμένος, αφού η κρυψώνα του ήταν γεμάτη αγκάθια. Καλύτερα πάντως αυτά παρά το βαρύ χέρι του διώκτη του.
Η καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά, που νόμιζε ότι θα έσπαγε. Για να μην προδοθεί, απαγόρευσε στον εαυτό του να κλάψει.
Έμεινε εκεί μέχρι που βεβαιώθηκε ότι ο κύριος «Χοντρός» είχε πάψει να τον αναζητά.
Κι όταν βγήκε από την κρυψώνα του, έμοιαζε με κυνηγημένο σκυλί, με την ουρά στα σκέλια.
Πονούσε το σώμα του, το πρόσωπό του, η ψυχή του. Και τότε αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι.

«Θα της πω την αλήθεια και θα με καταλάβει, όση δουλειά και να έχει», σκέφτηκε.

Είχε δει τη μάνα του να κρύβει το κλειδί της πόρτας πάνω από το ρολόι της ΔΕΗ. Όταν το βρήκε, ανακουφίστηκε.
Μόλις μπήκε στο σπίτι -βρεγμένη γάτα αυτή τη φορά-, άκουσε βογκητά από την κάμαρη της μητέρας του.

«Μα τι; Πονάει; Τι έπαθε;» είπε και πλησίασε πιο κοντά.

Υπεύθυνος γι’ αυτό τον πόνο της μάνας ένας άλλος χοντρός κύριος, γυμνός μάλιστα, ο οποίος, ξαπλωμένος πάνω της στο κρεβάτι, την έσπρωχνε με δύναμη, χρησιμοποιώντας το σώμα και τα πόδια του.
Τον άκουσε καθαρά να της λέει:

«Σου αρέσει; Πες μου ότι σ’ αρέσει…»

Δίχως να το σκεφτεί, άρπαξε τη σκούπα, όρμησε μέσα στο δωμάτιο και τον χτύπησε στην πλάτη με το κοντάρι.

«Τι να της αρέσει, ρε; Θα σε σκοτώσω!» του φώναξε.

«Οοοχ!» ούρλιαξε ο βασανιστής της μάνας του, που αιφνιδιασμένος από το χτύπημα, έπεσε κάτω απ’ το κρεβάτι.

Τότε αντίκρισε τη μάνα του γυμνή, ολόγυμνη. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι σόι βασανιστήριο ήταν αυτό…
Η γυναίκα έβαλε ένα μαξιλάρι μπροστά στο σώμα της για να κρύψει τη γύμνια της και δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.
Αλλά ο γυμνός κύριος ξεπέρασε τον αιφνιδιασμό, που κράτησε λίγα μόνο δευτερόλεπτα, και, χωρίς να κοιτάξει, προσγείωσε το χέρι του με δύναμη πάνω στο ήδη ματωμένο πρόσωπο του μικρού.

«Τσογλάνι!» του είπε με στόμα γεμάτο στόμφο. Αλλά όταν τον είδε να πέφτει στο πάτωμα σαν άδειο σακί και να καλύπτει το πρόσωπό του, δίστασε.

Ντύθηκε βιαστικά, άρπαξε μια αρμαθιά κλειδιά από το κομοδίνο και, απευθυνόμενος στην κυρία την οποία λίγο πριν… βασάνιζε, της είπε:

«Δε θα πάρεις μία, μωρή! Άι σιχτίρ, λαχτάρισα…»

Όταν η πόρτα έκλεισε με πάταγο, η μάνα σηκώθηκε, φόρεσε όπως όπως μια ρόμπα, την οποία στραβοκούμπωσε, και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα στο παιδί, που ήταν ακόμα καθιστό στο πάτωμα και με τα χέρια στο πρόσωπο, και κατέβασε δυνατά το δεξί της χέρι στο κεφάλι του.
Κι ήταν τόσο γερό το χτύπημα, που πόνεσε το χέρι της.
Αφού έβγαλε μια στριγκλιά, σαν γάτα που την είχαν κλοτσήσει, και βλέποντας ότι ο μικρός δεν είχε αντιδράσει παρά έμεινε ακίνητος, τον άρπαξε με τα δυο της χέρια -το πονεμένο και το καλό- κι άρχισε να τον ταρακουνάει βίαια.

«Άι στο διάολο πια! Μου’χεις κάνει μαύρη τη ζωή! Για σένα τα κάνω όλα… Κι εσύ δεν καταλαβαίνεις… Πήγαινε στο διάολο για να ησυχάσω…»

Το αγόρι, βαθιά ταραγμένο μπροστά σ’ ένα ζωντανό εφιάλτη, προσπάθησε να την πάρει αγκαλιά.
Τον έσπρωξε από κοντά της, αλλά αυτός δε σταμάτησε:

«Μάνα μου, μανούλα μου, συγνώμη! Να σε σώσω ήθελα από το διαρρήκτη! Μανούλα μου, μανούλα μου!» σπάραζε, με πρόσωπο κατακόκκινο απ’ τα αίματα, την ντροπή, τη σπασμένη καρδιά του, την ταραχή και τον πανικό του.

Τότε μόνο, από απόσταση τριών μέτρων πια, η μάνα είδε τα αίματα στη μούρη του παιδιού.
Μπήκε στο μπάνιο για να φέρει μια πετσέτα, αλλά σωριάστηκε στο έδαφος, μένοντας ακίνητη.
Ο πιτσιρίκος τρόμαξε κι άλλο, αλλά φρόντισε να κλειδώσει το φόβο του. Άρπαξε από την κουζίνα ένα χαρτόνι κι άρχισε να της κάνει αέρα στο πρόσωπο.
Όταν μετά από μερικά λεπτά συνήλθε, της έφερε ένα ποτήρι νερό και με πολύ κόπο την κουβάλησε στο κρεβάτι, όπου την πήρε αμέσως ο ύπνος.
Έπλυνε βιαστικά το πρόσωπό του και κάθισε ασάλευτος στα πόδια της, σχεδόν κρατώντας την αναπνοή του και συνεχίζοντας να της κάνει αέρα από τη θέση του.

«Αν με ξαναδείρει όταν ξυπνήσει, θα είναι πολύ άδικη», σκέφτηκε, αν και αυτό είχε γίνει κι άλλες φορές στο παρελθόν…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: